Όταν ο Ψαραντώνης ενθουσιάζεται και τα μάτια του "αστράφτουν" - Μια εκ βαθέων συνέντευξη

  • Monday, 13 November 2017 08:33
  • Συντακτική Ομάδα
  • Μουσική

«Ο Δίας ήντωνε βοσκός στ’ Ανωγειανό αόρη / ήντωνε και το σπίτι του μέσα στο Περαχώρι», τραγουδάει ο Ψαραντώνης στο γνωστό του τραγούδι. Όταν τον βλέπεις, συνομιλείς μαζί του, κι ακόμα περισσότερο όταν τον ακούς να τραγουδά και να παίζει την λύρα του, καταλαβαίνεις πως κάπως έτσι, τόσο απλά, χιλιάδες χρόνια παράδοσης είναι εδώ δίπλα μας. Μας μιλούν, μας τραγουδούν, πιανόμαστε από τους ώμους τους και χορεύουμε. Τα πόδια μας χτυπούν στην ίδια γη που χτυπούσαν τα πόδια των Κουρητών, όταν με τους χορούς τους έκρυβαν το κλάμα του μικρού Δία, για να μην τον ακούσει ο πατέρας του ο Κρόνος και τον φάει.

Κάπως έτσι και το σύγχρονο κράτος της παρακμής μας, σε ρόλο Κρόνου, συνεχίζει να τρώει τα παιδιά του. Όμως σε πείσμα τον καιρών και της συλλογικής μας καταχνιάς, κάπου σ’ εκείνα τα ιερά μέρη του Ψηλορείτη, οι μουσικές δεν σταματούν να γεννιούνται, να παίζονται και να μαγεύουν. Θυμίζοντας μας πως η τεχνοκρατική μας παγωμάρα και η αποικιοποιημένη υποκουλτούρα μας, δεν κατάφεραν να τα καταβροχθίσουν όλα.

Ο Ψαραντώνης είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του γεγονότος, πώς όσο πιο γνήσια μπορούμε να εκφράζουμε την ταυτότητά μας, και να συνομιλούμε με την παράδοσή μας, τόσο πιο αδιαμφισβήτητα μπορούμε να λαμβάνουνε την θέση που μας αρμόζει στο διεθνές επίπεδο. Αναγνωρισμένος από μεγάλους ξένους καλλιτέχνες που συνεργάζονται μαζί του, βραβευμένος πολλάκις σε διεθνείς διαγωνισμούς, πρωταγωνιστής σε πολλά έθνικ φεστιβάλ του εξωτερικού, και φυσικά ιδιαίτερα αγαπητός στους Έλληνες μουσικόφιλους κάθε είδους, κάθεται δίπλα μας δυσανάλογα απλός, και κουβεντιάζει μαζί μας παίζοντας το κομπολόι του.

Η συνέντευξη δόθηκε στον Γιάννη Παναγιωτακόπουλο και δημοσιεύθηκε στον καλλιτεχνικό ιστότοπο Avalon of the Arts.

Όταν μιλάει για την προσωπική του ιστορία, είναι λιγομίλητος. Όταν μας περιγράφει τις μουσικές του εμπειρίες, λύνεται η γλώσσα του. Όταν πιάνει στο στόμα του την παράδοση, την ιστορία, τον πολιτισμό μας, τα μάτια του αστράφτουν. Για να μας θυμίσει πώς δίπλα στις πολυεπίπεδες χρεοκοπίες μας, υπάρχει ακόμα κάτι πλούσιο και ζωντανό, που όσο πιο γνήσιο παραμένει, τόσο περισσότερο αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως υπερπολύτιμο οικουμενικό αγαθό. Κάτι για το οποίο αξίζει να αισθανόμαστε περηφάνια: «Ο πολιτισμός μας είναι η περισπωμένη του κόσμου». Τόσο απλά.

Καλησπέρα Ψαραντώνη. Να πάμε από την αρχή. Η πρώτη λύρα που έπαιξες ήταν αυτή του Νίκου;

Ναι, πάνω σε αυτήν έμαθα. Βλέπαμε τον Νίκο που έπαιζε, του ζητάγαμε και μας μάθαινε. Την είχα πρωτοπάρει κρυφά, με άκουσε που έπαιζα και μου είπε να συνεχίσω. Μου έδειχνε λίγο-λίγο.

Πρώτες επαφές με την δισκογραφία;

Πρώτη επαφή μου πρέπει να ήταν όταν ήμουν 18 χρονών. Εγράψαμε τότες ένα μικρό δισκάκι. Νομίζω στη Κολούμπια.

Μετά είχες γνωρίσει τον Χατζιδάκι;

Ναι, είχε έρθει ο Χατζιδάκις στα Ανώγεια. Έκανε κάμποσα χρόνια εκδηλώσεις εκεί. Ωραία χρόνια, ωραίες εποχές. Εκάνανε τότες έναν διαγωνισμό που παίξαμε πολλοί λυράρηδες. Κι εμένα μου έδωκε ένα ειδικό βραβείο. Όχι το πρώτο βραβείο. Είπε: «Αυτός πρέπει να πάρει ειδικό βραβείο μαζί με χρήματα». Όμως δεν τα πήρα τα λεφτά. Τα έδωσα στον Δήμο. Σε δραχμές τότε. Περίπου το 1975.

Και έκτοτε ξεκίνησες να παίζεις σε μαγαζιά;

Ναι, μετά παίζαμε σε μαγαζιά στο Ηράκλειο και σε όλη την Κρήτη. Σε γιορτές, σε πανηγύρια.

Τα πανηγύρια ήταν τότε, όπως είναι τώρα;

Όχι, τώρα δεν έχει τέτοιο πράμα σαν αυτό που γινόταν τότε. Δεν γίνονται τώρα έτσι. Τότε έρχονταν με τα άλογα από τα άλλα χωριά. Και γέμιζαν οι πλατείες. Και κρατούσαν τα πανηγύρια δύο-τρεις μέρες. Τώρα κάνουν οι σύλλογοι μερικές φορές κάποια ωραία πανηγύρια, αλλά και πάλι δεν είναι σαν αυτά τα παλιά, τα παραδοσιακά.

Υπάρχουν πλέον, όμως, πολλοί αξιόλογοι μουσικοί καί σχήματα που ασχολούνται με την παράδοση.

Όσο πάει ο καιρός, βλέπεις και ο κόσμος επιστρέφει στην παράδοση. Γιατί η παράδοση είναι πάντα παρόν. Είναι η ρίζα. Χωρίς την ρίζα, ούτε δέντρο, ούτε καρπός. Εκεί είναι η τέχνη και η ποίηση του λαού. Κι αυτή μένει για πάντα. Όσο κι αν την χτυπήσουν, αυτή ωπ... ξεπετάγεται πάλι. Και είναι παρόν. Εκεί είναι η ουσία της Τέχνης.

Σε έχουν καλέσει ποτέ σε κάποιο Πανεπιστήμιο σε κάποια έδρα μουσικών σπουδών να μιλήσεις στα παιδιά;

Μα τα παιδιά, βλέπεις πως όταν ακούν κάποιον μουσικό να παίζει έτσι, να αυτοσχεδιάζει, φεύγουν και πάνε στο εύκολο. Τους το δείξουν ένα, δύο, τρία. Έτσι τα έχουν μάθει. Μα η μουσική δεν είναι έτσι. Πρέπει να το έχει ο άνθρωπος. Αν δεν το έχεις μέσα σου, δεν γίνεται. Να αυτοσχεδιάζεις πάνω στο όργανο, να κάνεις τρέλες, να κάνεις γλύκες, να το νοιώθεις.

Ναι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτοσχεδιάζεις εσύ, που είναι χαρακτηριστικός και στη δισκογραφία σου, στο «Νογώ» ή στο «παλιό κρασί η σκέψη μου», δεν θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης για κάποιες μουσικές σχολές;

Δεν το ξέρω αυτό. Δεν ξέρω πως μπορούν να το δώσουν αυτοί στα παιδιά για να το μάθουν. Τα μαθαίνουν πάνω στο χαρτί. Και τους λένε αυτό είναι, θα το μάθεις από εδώ μέχρι εκεί. Μα ο άλλος αν είναι καλλιτέχνης δεν τα χρειάζεται αυτά. Ούτε έτσι μπορεί να γίνει καλλιτέχνης. Μπορεί να μαθεύεται αυτό που του δείχνουν. Και να το μαθαίνει και να το παίζει. Όμως όλο το υπόλοιπο δεν μαθεύεται. Να γεννάει μουσική, μελωδία, να έχει μέσα του την δύναμη αυτή. Ο καλλιτέχνης γεννιέται…

Η παράδοση δίνει στον άνθρωπο τέτοια δύναμη;

Είπαμε, πρώτα πρέπει να το ‘χει ο άνθρωπος. Και η παράδοση είναι εκεί για να του δώσει. Παρούσα. Όπως τώρα. Ποτέ δεν υπήρχαν τόσα χωριά στη Κρήτη, που να κρατούν τα παιδιά λύρες να παίζουν. Αυτό είναι ομορφιά. Μαθαίνουν την παράδοσή τους, την καταγωγή τους, ακούν και προσανατολίζονται. Και είναι εκατοντάδες τέτοια παιδιά που παίζουν την λύρα. Από αυτά θα φανεί ένα ταλέντο που θα ξεχωρίσει, και θα κάνει καινούρια πράγματα για την παράδοση. Να την πάει παρακάτω.

Βλέπω πως έχουν αρχίσει πολλά νέα παιδιά καί ψάχνονται, και βρίσκουν και μαθαίνουν και όργανα που τείναν να εξαφανιστούν. Ασκομαντούρες, μπουλγαρί...

Ναι, ναι. Ξαναβγαίνουν οι ασκομαντούρες και πολλά τέτοια ωραία...

Οι εντυπώσεις σου από τα φεστιβάλ που σε καλούν στο εξωτερικό;

Έξω γίνονται ωραία φεστιβάλ. Μας καλούν και πηγαίνουμε, και μιλούν για την ιστορία μας και χαίρεσαι να τους ακούς. Εδώ δεν μας τα λένε αυτά. Οι Έλληνες είναι η περισπωμένη του κόσμου. Από εδώ είναι ο πολιτισμός. Κάνουν καλά φεστιβάλ στο εξωτερικό, που καλούν μουσικούς από κάθε χώρα. Και παίζουν πολύ ωραία. Μιλούν οι παρουσιαστές και λένε πράγματα ωραία για τη Ελλάδα. Πως εκεί είναι η τέχνη.

Πήγαμε στο φεστιβάλ των πέντε ηπείρων, που το κάνουν Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί, καί έρχονται μουσικοί από κάθε χώρα, και γίνεται εκεί η μεγάλη συνάντηση. Έβγαιναν οι μουσικοί, έπαιζε ο καθένας κάποια κομμάτια και έλεγε ο παρουσιαστής κάποια λόγια. Τελευταίον λέει τον «Γκρέκ». Βγαίνω και παίζω κάτι που μου ήρθε εκείνη την στιγμή. Έγινε από κάτω βοή.

Και βγαίνει ο παρουσιαστής και παίρνει φόρα. Άρχιζε και έλεγε αυτά που δεν μας λένε εδώ για να μην ξέρουμε την ιστορία μας. Λέει αυτή είναι η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Η κραυγή της Κρήτης που είναι το νησί των θεών. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Οι Κρήτες, Μινωΐτες, Έλληνες είχαν στόλο, μουσική, θέατρο. Και πήγαν, λέει, με τον στόλο τους και γύρισαν τον κόσμο, και μας έμαθαν την μουσική. Τη λύρα, λέει, που έπαιζε μετά ο Ορφέας και ο Απόλλωνας, τα τύμπανα των Κουρητών και τους αυλούς. Μας έδωσαν το φως του πολιτισμού. Όσοι λαοί επισκέφθηκαν μετά αυτή την χώρα δεν είχαν τίποτα να δώσουν. Έπαιρναν και μετέφερναν.

Εδώ γιατί δεν μας τα λένε αυτά;

Εμ, πες μου εσύ! Αυτό είπα κι ενός καθηγητή. Πως αυτά πρέπει να τα λένε στα παιδιά από την πρώτη τάξη του Δημοτικού σχολείου. Να παίρνουν τα κοπέλια περηφάνια για την καταγωγή τους, για τον πολιτισμό τους. Αύριο αν χρειαστεί πώς θα πάνε να πολεμήσουν στον πόλεμο; Και μου λέει: «ότι μας λένε, λέμε». Και τσαντίστηκα εγώ, και μου λέει: «Αν πούμε τέτοια θα μας απολύσουν». Γιατί μωρέ, αν μιλήσεις για την ιστορία σου θα σε απολύσουν; Ναι, μου λέει. Παράξενα πράγματα. Δεν μπορεί να το πιστέψει άνθρωπος. Όλοι οι λαοί ξέρουν την ιστορία τους, και θαυμάζουν και την δικιά μας. Κι εμείς δεν ξέρουμε τίποτα.

Το «Ψαρό» από το Ψαραντώνης και το Ψαρονίκος έχει βγει για τον Παππού σου στην Κρητική επανάσταση;

Ναι, λέει έτρεχε πρώτος και τους έπιανε τους Τούρκους. Και λέγανε εκεί οι άλλοι απ’ την παρέα, σαν τα ψάρια τους μαζεύει τους Τούρκους. Και του έμεινε το παρατσούκλι ο ψαρότουρκος, και συνέχισε έτσι κι έγινε ο ψαραντώνης. Γιατί έχουμε όλοι παρατσούκλια κάτω. Εμάς κρατάει από τότε, από την επανάσταση.

Δηλαδή δεν είναι μύθος οι εθνικοί αγώνες του λαού μας;

Ε όχι βέβαια.

Να σε ρωτήσω Ψαραντώνη, πώς πρόκυψε η συνεργασία με τον Nικ Κέηβ;

Μας κάλεσε ο ίδιος στα φεστιβάλ που διοργανώνει. Μας έχει καλέσει πολλές φορές. Παίζουμε μαζί τους, παίζουν κι αυτοί ωραία, όμορφα. Και μετά μου λένε να πάμε στα δωμάτια τους να συνεχίσουμε. Να βάλουμε την λύρα, όπως παίζουν αυτοί, να κάνει συζήτηση με τα δικά τους όργανα. Και φιλούν την λύρα μετά, τρελαμένοι, και λένε «του Θεού το όργανο»! Θα έρθει τώρα κοντά ο Νικ Κέηβ εδώ να κάνει κάποιες εμφανίσεις. Ήθελε να έρθει και στην συναυλία μου στο Φάληρο αλλά είχε κλείσει εμφανίσεις αλλού.

Το 2011 ξεκίνησες να συνεργάζεσαι και με τον Βινίσιο Καποσσέλα;

Ναι, είχε έρθει από την Ιταλία στη Κρήτη με τους μουσικούς του. Και με φώναξε και γράψαμε σε ένα στούντιο τραγούδια του Καποσέλα, Ιταλικά. Εγώ δεν ξέρω Ιταλικά, αλλά έκανα από πίσω φωνές, έβαλα λύρα, και έβγαιναν ωραία. Δικά του τραγούδια.

Τι καινούριο ετοιμάζεις;

Έχω πολλά! Τώρα θέλω να φτιάξω ένα τραγούδι που ήταν να πούμε στην έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα.

Το 2004;

Ναι.

Και γιατί δεν το είπατε τότε;

Όταν ήταν να γίνουν οι αγώνες, με είχαν πάρει τηλέφωνο η αυτή, η Αγγελοπούλου την λέγανε;

Ναι.

Το συζήταγε αυτή για να παίξω στην έναρξη των αγώνων. Και με πήραν τηλέφωνο, να μου πουν να φτιάξω λέει μία αίτηση να την καταθέσω, γιατί πρέπει να παίξω να ανοίξω τους Ολυμπιακούς αγώνες. Και δεν μπορείς, μου έλεγαν, να πεις όχι, πρέπει να συμπαρασταθείς. Εντάξει τους λέω. Μου λένε να πας στην Αθήνα να καταθέσεις την αίτηση, η κυρία Αγγελοπούλου, κι αυτή αυτό θέλει. Ε, ήρθα κι εγώ, την κατέθεσα την αίτηση. Δύο χρόνια πριν να γίνουν οι αγώνες. Όσο σίμωνε ο καιρός, είχαμε φτάσει δυο μήνες πριν την έναρξη, περίμενα να μου πουν που θα πάω, τι θα κάνω. Είχα μιλήσει και με τον Βασιλαρά από την Κάρπαθο, τον ποιητή. Που μου ‘χε δώσει το «Θ’ ανεβώ στον ουρανό». Τον είχα πάρει για τους αγώνες και μου ‘χε πει «θα σου γράψω ένα τραγούδι να στο στείλω». Μου έγραψε ένα ωραίο τραγούδι, που θα το βάλω τώρα στο CD που θα φτιάξω. Ωραίο τραγούδι. Του ‘φτιαξα και μια ωραία μουσική…

Και με τους αγώνες τι έγινε;

Ε, όσο σίμωνε ο καιρός, είχαμε βρεθεί εκεί με μια παρέα, τους λέω περιμένω απάντηση να δω τι θα κάνω. Μου λέει ένας, «πήγαινε στον Δήμο, να ρωτήσεις τον Δήμαρχο. Δουλειά του είναι να συμπαρασταθεί στη Παράδοση». Και πήγα στον Δήμαρχο στο Ηράκλειο, του λέω κύριε Δήμαρχε έτσι κι έτσι. Θα πάω μου λέει στην Αθήνα αυτές τις μέρες, και θα το δω. Θα σου έχω απάντηση από βδομάδα. Πάω από βδομάδα και του λέω: «Τι έγινε»; «Εμ, μου λέει, δεν ξέρω, κι από δω κι από ‘κει». «Καλιά», του λέω, «ίσα-ίσα προδότες είστε όλοι», και σηκώθηκα κι έφυγα.

Καλά ρε παιδί μου, και δεν σε πήραν να σου πουν γιατί δεν σε ‘βαλαν; Δεν σου είπαν κάποια δικαιολογία;

Εμ, δεν τους ξέρεις; Όλοι αυτοί είναι κύκλωμα. Το καλό εδώ και την παράδοση τα κυνηγάνε. Από τους Δήμους, από τα βιβλία, αυτοί δεν κωλώνουν. Δεν σέβονται τίποτα.

Θυμάμαι και με το Ηρώδειο, που για χρόνια δεν στο έδιναν να κάνεις μια συναυλία.

Ε, μα φωνάξαμε τότε λίγο, και στο τέλος μου το δώκανε. Και λέγανε τότε αυτοί που δουλεύανε και ο πρόεδρος εκεί, «Δεν φτάνει, ακόμα και να παίζεις πέντε-έξι βράδια». Γιατί ο κόσμος ήταν γεμάτος και έξω από το θέατρο, και καθόντουσαν κι ακούγανε. Ε, λέω, κάθε χρόνο τώρα θα με φωνάζουν. Αυτό ήταν. Δεν με ξαναφώναξαν.

Εμείς εμπαίξαμε Τετάρτη. Μετά πήγα στο Φεστιβάλ Αθηνών να υπογράψω κάποια χαρτιά. Και μου λέει ένας εκεί: «Το Σάββατο που παίξανε κάτι άλλοι, ήταν τριακόσια άτομα. Βιαζόμασταν να τελειώσουν να φύγουμε». Και λέει μια κοπέλα εκεί: «Αυτά που βάζουν δεν ταιριάζουν στο περιβάλλον του Ηρωδείου. Είναι για το Μέγαρο Μουσικής. Εσύ ταιριάζεις εκεί». Μα δεν με ξαναφωνάξαν.

Η δική σου μουσική και το ύφος, η μουσική μας παράδοση, το αρχαίο θέατρο, θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν σε τέτοιους χώρους. Γιατί αυτή η απαξίωση;

Δεν τα θέλουν εδώ αυτά. Στην Ιταλία πήγαμε και παίζαμε με τον Kαποσσέλα. Πριν δύο χρόνια, με ‘βαλαν στην Κατάνια, στο αρχαίο Ελληνικό θέατρο. Με είχαν βάλει οι Ιταλοί στο πρόγραμμα, και δεν μου το ‘χανε πει. Με παίρνουν πριν τρεις μέρες και μου λένε οι Ιταλιάνοι πως παίζεις στο αρχαίο ελληνικό θέατρο της Κατάνια, μόνος. Ε, μα γιατί δεν μου το ‘χατε πει μωρέ; Τώρα, λέει, στο λέμε, κι έλα. Και πήγαμε. Είναι ένα αρχαίο θέατρο πιο μεγάλο από το Ηρώδειο. Πολύ ωραίο, που πίσω από τον πάτο έτρεχε και τσουτσούριζε το νερό. Πάω λοιπόν και έμπαινε ο κόσμος και το γέμισε. Είπα, «τώρα Αντώνη τι κάνεις»; Έφτιασα, κούρδισα το λυράκι, την λύρα, τον τζουρά μου, και λέω βγαίνω κι ότι γίνει. Κάθισα και άκουγα το νερό που τσουτσούριζε πίσω και αυτοσχεδίαζα πάνω. Να μη τα πολυλέμε, όταν έφτασε το διάλειμμά, ήρθαν οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ στα καμαρίνια και έκαναν σαν τα παιδιά από τη χαρά τους. Και έρχεται ο Καποσσέλα και λέει «ο Ψαραντώνης πρέπει να παίζει εδώ, δεν κάνει κανένας άλλος γι’ αυτό το μέρος». Ωραία πράγματα.

Είναι δηλαδή ο πολιτισμός μας τόσο σεβαστός έξω;

Ε, βέβαια! Υπάρχει καλύτερο πράγμα; Ο ομορφότερος πολιτισμός του πλανήτη. Η περισπωμένη του κόσμου. Και η περισπωμένη της Ελλάδος είναι η Κρήτη.

Στην Αμερική είχαμε παίξει στο παγκόσμιο μουσικό ινστιτούτο, δεκαέξι μουσικοί είμαστε, και κράτησε τρεις μέρες το φεστιβάλ. Με είχανε πρώτο-πρώτο και λέγανε ο Τζίμι Χέντριξ της Ελλάδος. Και τους λέω, εμένα με λένε Αντώνη όχι Τζίμι. Και γελούσαν οι Αμερικάνοι! Ωραία είχαμε περάσει.

Εκεί σε έβαλαν στο παγκόσμιο μουσείο παραδοσιακών οργάνων;

Μου επήραν την λύρα. Μου την ζητάγανε έναν χρόνο να την δώσω. Ήρθαν τελικά και την πήραν και την έχουν βάλει πρώτη-πρώτη στο μουσείο. Πάνε εκεί πολλά σχολεία, τουρισμός, και βλέπουν πρώτη την λύρα της Κρήτης, και έχουν δίπλα ένα βίντεο που παίζω. Και μέσα είναι τα παραδοσιακά όργανα από κάθε χώρα. Κι έχουν την λύρα, του Θεού το όργανο, μπροστά, πρώτο. Το πιο αρχαίο. Οι αυλοί και η λύρα.

Στην αρχή ήταν η λύρα χωρίς δοξάρι;

Στην αρχή ήταν σε όστρακο χελώνας. Σκέτη. Δεν υπήρχε δοξάρι στην αρχή. Ήτωνε τότε ένας αρχαίος λυράρης βοσκός στο Ιδαίον Άντρον. Και κρατούσε μια προβιά από τράγο, αίγα, δίπλα στην λύρα του. Κι έτσι όπως έκανε να κουνήσει την προβιά, οι τρίχες έπαιξαν την λύρα. Και το άκουσε, και ανασηκώθηκε. Έφτιαξε μετά ένα δοξάρι που του πέρασε τρίχες τράγου. Κι έπαιζε με αυτό την λύρα, και γύριζε όλη την Κρήτη.

Έτσι βγήκε μετά το παραμύθι που λέει: Εκατέβαινε ένας άνδρας από τον Ψηλορείτη. Φτάνει στον κάμπο που βόσκαν τα πρόβατα. Και τον εθωρεί ο Κατόπερος ο λυράρης, ο αρχαίος. Και του λέει «Ε, που πας; Κουρασμένος μου φαίνεσαι. Κάτσε». Ο διαβάτης ήταν ο Δίας. Και λέει του λυράρη: «Ο δρόμος που έχω μπροστά μου είναι μεγάλος». Λέει του αυτός «Έμπα εδώ στο μητάτο να σου δώσω κάτι να φας και να πιεις, και θα συνεχίσεις τον δρόμο σου».

Μπήκε ο Δίας και κάθισε. Του δώσε ο Κατόπερος να φάει και να πιει. Κι ήπιασε την λύρα του και άρχιζε να παίζει. Αγαλλίασε ο Δίας από την μουσική. Του φύγε από πάνω όλη η κούραση και πήρε δύναμη πολύ. Σηκώθηκε, έκανε έτσι κι ήφιαξε ένα δοξάρι χρυσό. Το ‘δωσε στον λυράρη κι αυτός όταν το ακούμπαγε στη λύρα έβγαινε ήχος άλλο πράμα! Κι ήπεζε κι ακουγόταν μακριά. Και έτσι τον ευχαρίστησε ο Δίας για τη φιλοξενία, κι έφυγε και πήρε τον δρόμο του, πού ήταν μακρύς ακόμα.

Εδώ πιά ο Ψαραντώνης είχε ανακαθίσει, μίλαγε, κουνούσε τα χέρια του και τα μάτια του άστραφταν σαν να έβλεπε μπροστά του αυτά που μας διγιώταν. Καθίσαμε και τον ακούγαμε μαγεμένοι. Ήταν το καλύτερο κλείσιμο για την συνέντευξή.

 

Αφηστε καποιο σχολιο