Τη σώσαμε τη βάρκα πατριώτη! Του Γιώργου Παπακωνσταντή

  • Sunday, 8 October 2017 23:28
  • Συντακτική Ομάδα
  • Σκέψεις

Το τηλέφωνο χτύπησε εκεί που δεν το περίμενα. Προχωρημένο μεσημέρι, από τις ώρες που όταν χτυπάει το τηλέφωνο, κάτι σε πιάνει. Λες ότι δεν είναι για καλό.

-Έχεις μια βάρκα στο λιμάνι στο Πάνορμο; Είπε ο αγαπημένος ανιψιός με το που απάντησα, εμπρός!

-Ναι έχω το φουσκωτό, απάντησα αμέσως, ενώ την ίδια στιγμή το μυαλό έκανε δεκάδες συνειρμούς. Λες ωχ τι συνέβη, αν και βαθιά μέσα μου φοβόμουν ότι θα συμβεί αυτό που συνέβη.

- Με πήραν τηλέφωνο ότι έκοψε η άγκυρα και χτυπιέται στο μόλο!

-Ευχαριστώ Μιχάλη, είπα απλά, τρέχω!

Μα ναι, έπρεπε να το σκεφτώ. Το λιμανάκι του Πανόρμου δεν είναι ασφαλές. Όταν σηκώνει λίγο βοριά, οι βάρκες κουνιούνται πολύ, τα σκοινιά τεζάρουν και ζορίζονται. Μάλωνα τον εαυτό μου, γιατί ενώ είχα σκεφτεί τον κίνδυνο, είχα απλά πει, έλα μωρέ δεν θα συμβεί! Είναι απ αυτές τις σκέψεις που κάνεις όταν βαριέσαι, όταν ξέρεις ότι δεν είσαι απόλυτα εντάξει με τις υποχρεώσεις σου, αλλά να, κάτι σε σταματάει, μια απλή βαρεμάρα ίσως, ή μια υπεραισιόδοξη σκέψη και νομίζεις τότε ότι αφού σκέφτηκες ότι δεν θα συμβεί, ε τότε, δεν θα συμβεί. Έλα όμως που συνέβη!

Ενώ το αυτοκίνητο κατάπινε γρήγορα τα χιλιόμετρα, σκεφτόμουν από ποιον να είχε ενημερωθεί ο ανιψιός. Αφού έχοντας πάει πρόσφατα τη βάρκα εκεί, κανείς δεν ήξερε σε ποιον ανήκε. Έτσι νόμιζα…

Φτάνοντας στο λιμανάκι, παρατήρησα τα κύματα να σκάνε στην εξωτερική πλευρά του προβλήτα και το σκαφάκι, από μέσα να κοπανιέται από τη δεξιά πλευρά πάνω στο μόλο, καθώς το σκοινί της άγκυρας όντως είχε κοπεί.

Δεν πρόλαβα να κατέβω από το αυτοκίνητο και ένας νέος άνθρωπος, καμιά 40ριά χρονών, βρέθηκε δίπλα μου, έχοντας αγωνία στο πρόσωπό του…

-Έχω χτυπήσει και δεν μπορώ να μπω στη βάρκα να τη δέσω είπε σχεδόν απολογητικά, αλλά πήρα τον τάδε τηλέφωνο, δεν τον βρήκα, πήρα το δείνα και τελικά βρήκα άκρη να σε ενημερώσω, δεν άφησες και συ κανένα τηλέφωνο βρε παιδί μου!  

Ντράπηκα λίγο. Μου φάνηκε ότι όντως είχα ενεργήσει επιπόλαια, όμως αμέσως, ο Άρης, (όπως αργότερα διαπίστωσα ότι τον έλεγαν)  συνέχισε.

-Αυτό το λιμάνι είναι χάλια. Δεν βοηθάει καθόλου στον καιρό. Και άλλοι την έχουν πατήσει…Σα να μούλεγε, έλα εντάξει δε φταις και πολύ!

Χαμογέλασα, μπήκα στη βάρκα και μετά από 20 λεπτά περίπου κατάφερα να τη δέσω και να την ασφαλίσω. Δεν είχε πάθει κάτι σοβαρό. Την προλάβαμε.

Αφού τελείωσα, διαπίστωσα ότι είχε φύγει και δεν είχα ιδέα που ήταν ο σωτήρας της βάρκας. Ούτε καν τον είχα ευχαριστήσει. Στεκόμουν με αμηχανία στον προβλήτα, όταν άκουσα από πάνω, από το μέρος της κοντινής ταβέρνας να με φωνάζουν.

-Έ έλα να κεράσω μια μπύρα! Ήταν ο ίδιος. Δούλευε στην ταβέρνα «Ο μπάρμπα Ανδρέας», δούλευε σαν σερβιτόρος, αλλά όπως διαπίστωσα ήταν και ιδιοκτήτης.

Ο Άρης Παρασυράκης, εξυπηρετώντας  τους πελάτες του στην Ταβέρνα, «Μπάρμπα Ανδρέας» στο Πάνορμο,  παρατήρησε ότι η βάρκα είχε λυθεί. Έχασε χρόνο από τη δουλειά του για να ψάξει να βρει τον ιδιοκτήτη, ώσπου τον βρήκε. Είχε αγωνία για τη βάρκα σαν να ήταν δική του και στο τέλος με κέρασε και μπύρα!

Απολαμβάνοντας στον υπέροχο χώρο της ταβέρνας την μπύρα μου, σκεφτόμουν πόσο απλή αλλά και πόσο δύσκολη  μπορεί να είναι καμιά φορά η βοήθεια στον συνάνθρωπο. Πόσο το ενδιαφέρον να μην πάθει κάποιος κακό, διαμορφώνει την υπόσταση της ανθρώπινης ιδιότητάς μας. Ο Άρης έκανε κάτι απλό ίσως για τον ίδιο, αλλά κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για μένα και κάτι που δεν έκαναν τόσοι και τόσοι άλλοι.

Αυτά τα απλά, ομορφαίνουν τη ζωή και δημιουργούν την ελπίδα και την πίστη στον άνθρωπο. Ελάχιστο χρέος να το μοιραστώ μαζί σας, ώστε να τροφοδοτήσω, με την απλή αλλά καθόλου αυτονόητη πράξη του Άρη, τις θετικές μας σκέψεις!

 

 

Αφηστε καποιο σχολιο