Μήπως έχετε κοινωνική φοβία;

Η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή ή Κοινωνική Φοβία εντάσσεται στην κατηγορία των αγχωδών διαταραχών. Το 13% περίπου των ανθρώπων έχει παρουσιάσει τη συγκεκριμένη διαταραχή κάποια στιγμή στη ζωή του.

Το άτομο με – κοινωνική αγχώδη διαταραχή – παρουσιάζει φόβο ή άγχος για μια ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις που εκτίθενται σε πιθανό εξονυχιστικό έλεγχο από τους άλλους, για παράδειγμα να συναντήσει πρόσωπα που δεν του είναι οικεία, όταν παρατηρείται για παράδειγμα να φάει ή να πιει μπροστά σε άλλους και όταν ενεργεί μπροστά σε άλλους (π.χ. όταν διεξάγει μία ομιλία σε κοινό.

Ο φόβος του πηγάζει από τη σκέψη ότι θα διασυρθεί δημόσια εξαιτίας κάποιας υποτιθέμενης αδεξιότητας ή ανεπάρκειας του να ασκήσει επιτυχώς κάποιο κοινωνικό ρόλο.

Για παράδειγμα, σε μία παράσταση χορού, το άτομο σκέφτεται ότι «θα τα κάνει θάλασσα», ότι θα μπερδέψει τα βήματά του ή θα πέσει και οι γύρω του θα γελάσουν μαζί του. Οι κοινωνικές καταστάσεις προκαλούν σχεδόν πάντα φόβο ή άγχος στο άτομο, ενώ όταν παρευρίσκεται σε αυτές αγχώνεται, τρέμει, εφιδρώνεται. Ως αποτέλεσμα, είτε τις αποφεύγει, είτε τις υπομένει, βιώνοντας όμως έντονο φόβο ή άγχος. Η παρουσία της συγκεκριμένης κατάστασης θα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 6 μήνες.

Η κοινωνική φοβία μπορεί να περιορίζεται σε μία ή σε δύο κοινωνικές περιστάσεις με πιο συνηθισμένο το φόβο να μιλήσει κανείς μπροστά σε ακροατήριο (περιορισμένος τύπος).

Στο (γενικευμένο τύπο) της διαταραχής, το άτομο:

βιώνει συμπτώματα κάθε φορά που υπάρχουν τριγύρω του άλλοι άνθρωποι, ακόμη και όταν βρίσκεται στο σπίτι του. Ο φόβος μπορεί να υπάρχει σε ασήμαντες δραστηριότητες, όπως να συμπληρώσει ένα έγγραφο σε μια υπηρεσία, να δέσει τα κορδόνια του όταν υπάρχουν άλλοι γύρω που πιθανώς να κοιτάζουν.

Η κοινωνική αγχώδης διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, με πιο πιθανή ηλικία έναρξης το διάστημα 10-14 ετών. Η έναρξή της μετά την ηλικία των 25 ετών είναι σπάνια. Όσο μικρότερη είναι η ηλικία εμφάνισης, τόσο πιο σοβαρά είναι τα συμπτώματα στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή.  Οι γυναίκες είναι πιθανότερο να εμφανίσουν τη διαταραχή. Σε αυτό πιθανώς να συμβάλλει το κοινωνικό στερεότυπο σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες είναι θαρραλέοι, γεμάτοι αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση, ενώ οι γυναίκες θεωρούνται  υποχωρητικές, συνεσταλμένες και λιγότερο διεκδικητικές.

Στην εμφάνιση της διαταραχής εμπλέκονται γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες

Συγκεκριμένα, υπάρχει μία κληρονομική προδιάθεση που συνδυαστικά  με – τραυματικά συμβάντα ή γενικότερες αγχογόνες καταστάσεις – συμβάλλουν στην πρόκληση της διαταραχής. Οι πρώτου βαθμού συγγενείς των ατόμων που πάσχουν από τη συγκεκριμένη διαταραχή παρουσιάζουν τριπλάσια πιθανότητα να την εμφανίσουν, συγκριτικά με τους πρώτου βαθμού συγγενείς μη πασχόντων.

Η έναρξή της διαταραχής μπορεί να ξεκινήσει μετά από κάποιο τραυματικό γεγονός όπου το άτομο σκέφτηκε ή παρατήρησε ότι οι άλλοι του συμπεριφέρονται υποτιμητικά. Ως αποτέλεσμα αξιολόγησε αρνητικά την εμπειρία και έκτοτε αποφεύγει ανάλογες καταστάσεις. Στις αρνητικές κοινωνικές εμπειρίες που φαίνεται να επηρεάζουν την εκδήλωση κοινωνικής αγχώδους διαταραχής περιλαμβάνονται η κοροϊδία, η άσκηση κριτικής, ο σχολικός εκφοβισμός και ο αποκλεισμός από την ομάδα των συνομηλίκων. Ο τελευταίος παράγοντας φαίνεται να είναι ο πιο καθοριστικός στην ανάπτυξη της διαταραχής.

Το άτομο με κοινωνική φοβία παρουσιάζει αυξημένη ευαισθησία στην αρνητική κριτική και στην αρνητική συμπεριφορά των άλλων προς το μέρος του. Συνήθως έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση για αυτό τον επηρεάζει τόσο η γνώμη των άλλων. Συχνές είναι οι συμπεριφορές απόρριψης ή υπερπροστασίας των γονέων του.

Ενήλικες – με τη συγκεκριμένη διαταραχή – περιγράφουν τους γονείς τους ως λιγότερο κοινωνικούς, με τάσεις απομόνωσης, που υπολογίζουν πολύ τη γνώμη των άλλων και χρησιμοποιούν τη ντροπή ως μέθοδο πειθαρχίας, τονίζοντας το ρόλο ενός αυταρχικού προτύπου διαπαιδαγώγησης στην ανάπτυξη της διαταραχής. Συμβολή φαίνεται να έχει και η ιδιοσυγκρασία του παιδιού στη γένεση της κοινωνικής φοβίας. Ένα απομονωμένο ντροπαλό, δειλό παιδί έλκει την προστατευτική συμπεριφορά των γονέων του που με τη σειρά της δεν το βοηθά να διαχειριστεί την έμφυτη ντροπαλότητά του, οδηγώντας στη διατήρηση της διαταραχής.

“Η κοινωνική αγχώδης διαταραχή συχνά ακολουθεί μία χρόνια πορεία με σχετικά σταθερής έντασης συμπτώματα…”

Συνήθως – η φοβική συμπτωματολογία – έχει μία δυσμενής επίδραση στην ακαδημαϊκή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του ατόμου. Λόγω των κοινωνικών τους ελλειμμάτων, τα παιδιά και οι έφηβοι δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο σχολείο. Συχνά είναι μοναχικοί, με λίγους ή καθόλου φίλους.

Οι δυσκολίες προσαρμογής πιθανώς να οδηγήσουν σε επίμονη άρνηση να πάνε στο σχολείο, ενώ μπορεί να το εγκαταλείψουν πριν την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ως ενήλικες ίσως να οδηγηθούν σε καταστάσεις οικονομικής ανέχειας και εξάρτησης από πρόσωπα του περιβάλλοντος τους, αποφεύγοντας την ενασχόλησή τους με επαγγελματικές δραστηριότητες. Συχνά το άτομο ακολουθεί ένα μοναχικό μοτίβο ζωής, κοινωνικά απομονωμένο, χωρίς να παντρευτεί ή να συνάψει στενές σχέσεις. Συχνές επιπλοκές που παρουσιάζονται είναι η κατάθλιψη, ο αλκοολισμός και η κατάχρηση αγχολυτικών φαρμάκων σε μια απόπειρά του να καταπραΰνει το άγχος του.

Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των δυσκολιών του ασθενούς, ενδείκνυται η συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας. Στο πλαίσιο της θεραπείας, ανιχνεύονται οι αιτίες που συμβάλλουν στο φόβο του ατόμου να εκτεθεί (να είναι δηλαδή το επίκεντρο της προσοχής) και να είναι ευάλωτος στην αρνητική κριτική.

Στη συνέχεια, ο ασθενής παροτρύνεται από τον ειδικό να κάνει ορισμένες ασκήσεις σκοπός των οποίων είναι η σταδιακή έκθεσή του στις καταστάσεις που του προκαλούν άγχος ή φόβο, ξεκινώντας από τις πιο ήπιες και προχωρώντας στις πιο δύσκολες, με στόχο την αναδιαμόρφωση του τρόπου σκέψης του για αυτές.

Για παράδειγμα, ένας άνδρας ασθενής παροτρύνεται από τον ειδικό να ζητήσει σερβιέτες από το σούπερ μάρκετ (μία κατάσταση που του φαίνεται τολμηρή), συνεπώς να εκτεθεί και έτσι να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι τόσο μεγάλο το μέγεθος της απειλής όσο το θεωρούσε σε αντίστοιχες καταστάσεις. Σταδιακά μαθαίνει να μην είναι τόσο ευαίσθητος στην κριτική του οποιουδήποτε.

Επιπλέον, άτομα με κοινωνική αγχώδη διαταραχή συχνά δυσκολεύονται στη διεκδίκηση και στη διαπραγμάτευση. Μία πιο δύσκολη άσκηση είναι ο ασθενής να πάει σε ένα βιβλιοπωλείο και να ζητήσει ένα βιβλίο που δεν υπάρχει καν ως τίτλος, επιμένοντας ότι υπάρχει και θέλει να του το φέρουν. Έτσι μαθαίνει να εκτίθεται και να διεκδικεί τα δικαιώματα του, ειδικά απέναντι σε ένα άτομο που έχει αρνητική γνώμη για εκείνον.

Μία ακόμη άσκηση είναι ο ασθενής να διαβάσει μπροστά στον ειδικό ή σε κοντινά του πρόσωπα, καθώς πολλές φορές άτομα με κοινωνική αγχώδη διαταραχή αποφεύγουν να διαβάσουν μπροστά σε άλλους, παρουσιάζοντας τρέμουλο στα χέρια και εφίδρωση. Μέσω της συνεργασίας του με τον ειδικό, το άτομο επιτυγχάνει  τη διαχείριση των καταστάσεων που του φαίνονταν ακατόρθωτες.

Γράφει η Ανδριάννα Γεροντή –  Συστημική και Εναλλακτική Θεραπεύτρια του ΚΕ.ΘΕ.ΣΥ (Ανασυνδιασμένη Ψυχοθεραπεία).

(Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε: https://www.kethesy.gr/)

 

Αφηστε καποιο σχολιο