Φοιτητικές ιστορίες με μπόλικο αέρα! Γράφει η Κυριακή Πετράκη

  • Friday, 19 January 2018 21:18
  • Συντακτική Ομάδα
  • Σκέψεις

Τέταρτο έτος αλλά και στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού μου, έχω νοικιάσει μια γκαρσονιέρα στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου. Εντελώς παλιά Πόλη. Αυτή με τα στενά σοκάκια τα πλακόστρωτα, με τα κιόσκια να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας, τα βενετσιάνικα θυρώματα και τις κρήνες.

Το σπίτι αυτό ήταν στην καρδιά όλων αυτών που οι τουρίστες τα θεωρούν γραφικά και τα φωτογραφίζουν ασταμάτητα, δυο βήματα δηλαδή από την κρήνη rimondi, στον παράλληλο δρόμο από την καθολική εκκλησία, κοντά στο ενετικό λιμάνι και στις παρυφές του ενετικού κάστρου της φορτέτσας. Σκηνικό για ταινία θα έλεγε κανείς.

Το κριτήριο μου βέβαια τότε εμένα δεν ήταν τόσο η ιστορική και αρχιτεκτονική εσάνς της περιοχής, όσο το ότι ήταν στην καρδιά όλων αυτών που συνιστούν την φοιτητική ζωή. Το μοναδικό που ήταν μακριά, ήταν το πανεπιστήμιο, αλλά είχα χωρίσει το χρόνο μου σε πρωινές δραστηριότητες (πανεπιστήμιο) και σε βραδινές (πόλη).


Νοίκιασα λοιπόν  εκεί, όντας πλέον «παλιά καραβάνα» σε κάτι τέτοια, μια μικρή γκαρσονιέρα και ούτε και εγώ θυμάμαι πως έκανα τη μετακόμιση. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά όμως ήταν η ικανοποίηση μου με την επιλογή αυτού του σπιτιού. Ουσιαστικά ήταν ένα δωμάτιο, ή πιο σωστά, ήταν ένα δωμάτιο-μινιατούρα, αφού αρκούσε να στρίψεις μισή φορά το κεφάλι σου και το είχες δει όλο. Μακρόστενό σαν κουτί με ένα μικρό μπάνιο, ημιεπιπλωμένο. Είχε δηλαδή ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι με δυο καρέκλες και ένα ψυγείο. Το δωμάτιο αυτό, ήταν ρετιρέ, δηλαδή στον τρίτο όροφο ενός ανακαινισμένου κτιρίου που είχε και άλλα τέτοια παρόμοια δωμάτια, προορισμένα όλα για φοιτητές με όλα τα καλά και τα κακά που αυτό συνεπάγεται.

Τα ρετιρέ ήταν τρία και εγώ ειχα νοικιάσει το ένα από αυτά. Η βεράντα του δωματίου αυτού εκπληκτική. Ηταν 3 φορές όσο το δωμάτιο! Πανοραμική θέα στο κάστρο της Φορτέτσας, το οποίο το πρώτο βράδυ της διαμονής μου εκεί μου έκοψε την ανάσα όταν το είδα φωταγωγημένο και αγέρωχο.

Μπορούσα να το θαυμάζω όση ώρα ήθελα κάθε βράδυ και συνήθως δεν έκλεινα τα ξύλινα πατζούρια για να μπορώ να το θαυμάζω και από το κρεβάτι μου, αλλα να είναι και το πρώτο πράγμα που θα έβλεπα κάθε πρωί. Βέβαια δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η βεράντα αυτή ήταν ουσιαστικά «άχρηστη» διότι δεν είχε σκέπαστρο, ή τέντα ή κάτι προστατευτικό και έτσι τον περισσότερο καιρό με τις καιρικές συνθήκες της πόλης (τέρμα νότος λίγο πριν την Αφρική κλπ κλπ ) ήταν αδύνατο να σταθείς πριν βραδιάσει.

Όταν μπήκε το καλοκαίρι εκείνη την πρώτη χρονιά, οι λιγοστοί φίλοι που έμπαιναν στο σπίτι αυτό το είχαν ονομάσει «θεριό» και απορούσαν πως εγώ επιβίωνα και λειτουργούσα φυσιολογικά εκεί μέσα. Το δωμάτιο αυτό δεν είχε καμία απολύτως μόνωση και τον χειμώνα ήταν ψυγείο ενώ το καλοκαίρι καμίνι. Οι θερμοκρασίες ειδικά που αναπτύσσονταν τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν απερίγραπτες. Και το «θεριό» όταν καλοκαίριαζε μετονομάζονταν σε γαλέρα. Πραγματικά ήταν το μοναδικό μέρος που καθόσουν χωρίς να κάνεις απολύτως τίποτα και ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο σου λες και ήσουν κωπηλάτης σε γαλέρα.


Το περιστατικό που θυμήθηκα σήμερα όμως δεν εκτυλίσσεται καλοκαίρι, αλλά στην καρδιά του χειμώνα. Και το θυμήθηκα με αφορμή τον καιρό που επικρατεί στο Ρέθυμνο τις τελευταίες μέρες .
Ήταν λοιπόν Ιανουάριος, εξεταστική περίοδος όπως και τώρα. Είμαστε σε χειμώνα ο οποίος εκείνη την χρονιά ήταν δριμύτατος. Εγώ περνάω πολλές ώρες στο σπίτι διαβάζοντας καβάλα πάνω σε ένα φορητό καλοριφέρ λαδιού στο οποίο είχα προσαρμόσει και ένα μαξιλαράκι για να είναι μαλακά. Βλέπετε το δωμάτιο αυτό τελικά ήταν απλώς ένα δωμάτιο με θέα και τίποτα περισσότερο. Το κρύο ήταν απίστευτο και σε συνδυασμό με την παροιμιώδη υγρασία της παλιάς πόλης, σου τσάκιζε τα κόκκαλα και τα νεύρα.

Εκείνη τη μέρα είχε ξεκινήσει και φοβερός αέρας. Οι ριπές του περνούσαν από τις χαραμάδες της μοναδικής του μπαλκονόπορτας και έκαναν την κουρτίνα να κουνιέται πέρα δώθε. Είχα κλείσει τα παντζούρια προσπαθώντας να ζεστάνω λίγο περισσότερο το σπίτι αλλά τι να φτουρήσουν κ αυτά.

Διάβαζα με τις κουρτίνες να ανεμίζουν λες και ήμουν σε υπαίθρια καφετέρια. Κάθε τρεις κ λιγο πεταγόμουν από θορύβους γκαπ γκουπ, γκλιν γκλον, νταπ ντουπ…. Εξω γινόταν ο κακός χαμός από ιπτάμενα αντικείμενα, που ο αέρας πηγαινοέφερνε. Πού να τολμήσω να βγω να δω; Ήταν ένα απίστευτο βράδυ …βιβλικού τύπου.

Την επόμενη μέρα, το σκηνικό δεν άλλαξε στο παραμικρό και δεν άνοιξα καν να βγω έξω να δω. Δεν πηγα πουθενά. Δεν μίλησα σε άνθρωπο. Δεν κούνησα από το σπίτι. Όλη μέρα διάβαζα (τηλεόραση δεν είχα εννοείται) ή άκουγα μουσική. Ο αέρας το ίδιο δυνατός αλλά πλέον είχα κατά κάποιο τρόπο ενσωματώσει την κοσμοχαλασιά με τους υπόλοιπους ήχους της καθημερινότητας και ήταν κάπως καλύτερο το κλίμα για μένα.


Την Τρίτη μέρα πια άνοιξα τα παντζούρια. Στη βεράντα βρήκα διάφορα άσχετα, όπως σακούλες, χαρτοκιβώτια και σκουπίδια, αλλά το βασικό ήταν άλλο: Διαπίστωσα ότι η πτυσσόμενη μου απλώστρα είχε εξαφανιστεί από τη βεράντα, παρόλο που την είχα κλειστή και μαζεμένη. Είχε πετάξει. Δεν ήταν ούτε στις διπλανές βεράντες, ούτε στις κάτω ούτε στις απέναντι. Δεν ήταν πουθενά. Δεν έμαθα ποτέ που πήγε, ή αν προσγειώθηκε στο κεφάλι κάποιου ανυποψίαστου περαστικού.

Έψαξα ρώτησα κοίταξα όσο μπορούσα γύρω γύρω στην περιοχή. Δεν την βρήκα. Κλαιγόμουν στη φίλη μου ότι πάει τώρα πρέπει να αγοράσω καινούργια και να την δέσω στο κάγκελο δια παν ενδεχόμενο. Σκεφτόμουν τα κερατιάτικα της απλώστρας και νευρίαζα. Βράδιασε, και το πήρα απόφαση πως εγώ και η απλώστρα είχαμε πλέον χωρίσει τα τσανάκια μας.

Ο αέρας εξακολουθούσε ωστόσο να είναι δυνατός και το τρίτο βράδυ αν και όχι τόσο πολύ όσο τα άλλα δυο προηγούμενα. Ξαφνικά ακούω ένα δυνατό γκουπ! Πετάχτηκα πάνω και σκέφτηκα …βρε λες να μου ξανάφερε την απλώστρα ο αέρας; Να λυπήθηκε την κατάσταση μου; Να με είδε προνοιακά; Ανοίγω πάλι τα παντζούρια και τι να δω; Στη βεράντα μου είχε προσγειωθεί ένα φορητό ψυγείο, από αυτά που παίρνει κανείς σε πικ νικ ή στη θάλασσα. Ρώτησα γύρω τριγύρω πάλι μήπως έχασε κανείς αυτή τη φορά ένα ψυγείο. Με κοιτούσαν με ύφος περίεργο. Τώρα που το σκέφτομαι υποθέτω ότι μπορεί να με πέρασαν και για λιγουλάκι πειραγμένη.


Δε βρήκα τελικά τον ιδιοκτήτη του ψυγείου. Το κράτησα ως «τρόπαιο» του χειμώνα για ένα χρόνο μέχρι που κατέληξε στο χωριό κάποια στιγμή και έκτοτε αγνοείται η τύχη του. Πάντως μεταξύ σοβαρού και αστείου, επιβεβαιώθηκε η συμπαντική ισορροπία και η ρήση πως στη ζωή αυτή, πότε χάνει και πότε κερδίζει κανείς. Αυτό που με προβληματίζει όμως είναι η αναλογία και ο συμβολισμός των ειδών. Έχασα μιαν απλώστρα και κέρδισα ένα ψυγείο. Τελικά ήμουν κερδισμένη, χαμένη ή «ίσα βάρκα ίσα νερά»; Δεν το απάντησα ποτέ αυτό το ερώτημα.

Αφηστε καποιο σχολιο